... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακορφολόγητος η ακορφολόγητη το ακορφολόγητο
      γενική του ακορφολόγητου της ακορφολόγητης του ακορφολόγητου
    αιτιατική τον ακορφολόγητο την ακορφολόγητη το ακορφολόγητο
     κλητική ακορφολόγητε ακορφολόγητη ακορφολόγητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακορφολόγητοι οι ακορφολόγητες τα ακορφολόγητα
      γενική των ακορφολόγητων των ακορφολόγητων των ακορφολόγητων
    αιτιατική τους ακορφολόγητους τις ακορφολόγητες τα ακορφολόγητα
     κλητική ακορφολόγητοι ακορφολόγητες ακορφολόγητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

ακορφολόγητος < α- + κορφολογώ + -τος

Επίθετο

ακορφολόγητος

Αντώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Πηγές

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]