... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακρεβάτωτος η ακρεβάτωτη το ακρεβάτωτο
      γενική του ακρεβάτωτου της ακρεβάτωτης του ακρεβάτωτου
    αιτιατική τον ακρεβάτωτο την ακρεβάτωτη το ακρεβάτωτο
     κλητική ακρεβάτωτε ακρεβάτωτη ακρεβάτωτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακρεβάτωτοι οι ακρεβάτωτες τα ακρεβάτωτα
      γενική των ακρεβάτωτων των ακρεβάτωτων των ακρεβάτωτων
    αιτιατική τους ακρεβάτωτους τις ακρεβάτωτες τα ακρεβάτωτα
     κλητική ακρεβάτωτοι ακρεβάτωτες ακρεβάτωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

ακρεβάτωτος < α- + κρεβατώνω + -τος

Επίθετο

ακρεβάτωτος[1] [2]

Αντώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις

  1. «ακρεβάτωτος» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. ακρεβάτωτος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό (μόνον το γράμμα α)]. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 




  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]