... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλβανομάθεια οι αλβανομάθειες
      γενική της αλβανομάθειας των αλβανομαθειών
    αιτιατική την αλβανομάθεια τις αλβανομάθειες
     κλητική αλβανομάθεια αλβανομάθειες
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

αλβανομάθεια < Αλβαν(ός) + -ο- + -μάθεια

Προφορά

ΔΦΑ : /al.va.noˈma.θi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλβανομάθεια

Ουσιαστικό

αλβανομάθεια θηλυκό

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις

Πηγές





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]