... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλβανόπουλο τα αλβανόπουλα
      γενική του αλβανόπουλου των αλβανόπουλων
    αιτιατική το αλβανόπουλο τα αλβανόπουλα
     κλητική αλβανόπουλο αλβανόπουλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

αλβανόπουλο < Αλβαν(ός) + -όπουλο

Προφορά

ΔΦΑ : /al.vaˈno.pu.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλβανόπουλο

Ουσιαστικό

αλβανόπουλο ουδέτερο

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Πηγές





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]