... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλβανόφιλος η αλβανόφιλη το αλβανόφιλο
      γενική του αλβανόφιλου της αλβανόφιλης του αλβανόφιλου
    αιτιατική τον αλβανόφιλο την αλβανόφιλη το αλβανόφιλο
     κλητική αλβανόφιλε αλβανόφιλη αλβανόφιλο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλβανόφιλοι οι αλβανόφιλες τα αλβανόφιλα
      γενική των αλβανόφιλων των αλβανόφιλων των αλβανόφιλων
    αιτιατική τους αλβανόφιλους τις αλβανόφιλες τα αλβανόφιλα
     κλητική αλβανόφιλοι αλβανόφιλες αλβανόφιλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

αλβανόφιλος < Αλβαν(ός) + -ό- + -φιλος

Προφορά

ΔΦΑ : /al.vaˈno.fi.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλβανόφιλος

Επίθετο

αλβανόφιλος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Πηγές





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]