... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποξυγονωμένος η αποξυγονωμένη το αποξυγονωμένο
      γενική του αποξυγονωμένου της αποξυγονωμένης του αποξυγονωμένου
    αιτιατική τον αποξυγονωμένο την αποξυγονωμένη το αποξυγονωμένο
     κλητική αποξυγονωμένε αποξυγονωμένη αποξυγονωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποξυγονωμένοι οι αποξυγονωμένες τα αποξυγονωμένα
      γενική των αποξυγονωμένων των αποξυγονωμένων των αποξυγονωμένων
    αιτιατική τους αποξυγονωμένους τις αποξυγονωμένες τα αποξυγονωμένα
     κλητική αποξυγονωμένοι αποξυγονωμένες αποξυγονωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Μετοχή

αποξυγονωμένος

Αντώνυμα

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]