... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επαρχιακή οδός οι επαρχιακές οδοί
      γενική της επαρχιακής οδού των επαρχιακών οδών
    αιτιατική την επαρχιακή οδό τις επαρχιακές οδούς
     κλητική επαρχιακή οδέ επαρχιακές οδοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

επαρχιακή οδός < δείτε τις λέξεις επαρχιακός και οδός

Προφορά

ΔΦΑ : /e.paɾ.çi.aˈci oˈðos/

Πολυλεκτικός όρος

επαρχιακή οδός θηλυκό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]