... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ημιμεταλλικός η ημιμεταλλική το ημιμεταλλικό
      γενική του ημιμεταλλικού της ημιμεταλλικής του ημιμεταλλικού
    αιτιατική τον ημιμεταλλικό την ημιμεταλλική το ημιμεταλλικό
     κλητική ημιμεταλλικέ ημιμεταλλική ημιμεταλλικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ημιμεταλλικοί οι ημιμεταλλικές τα ημιμεταλλικά
      γενική των ημιμεταλλικών των ημιμεταλλικών των ημιμεταλλικών
    αιτιατική τους ημιμεταλλικούς τις ημιμεταλλικές τα ημιμεταλλικά
     κλητική ημιμεταλλικοί ημιμεταλλικές ημιμεταλλικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

ημιμεταλλικός < ημι- + μεταλλικός

Προφορά

ΔΦΑ : /i.mi.me.ta.liˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ημιμεταλλικός

Επίθετο

ημιμεταλλικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]