... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θερμοαπορρόφηση οι θερμοαπορροφήσεις
      γενική της θερμοαπορρόφησης των θερμοαπορροφήσεων
    αιτιατική τη θερμοαπορρόφηση τις θερμοαπορροφήσεις
     κλητική θερμοαπορρόφηση θερμοαπορροφήσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

θερμοαπορρόφηση < θερμο- + απορρόφηση

Προφορά

ΔΦΑ : /θeɾ.mo.a.poˈɾo.fi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θερμοαπορρόφηση

Ουσιαστικό

θερμοαπορρόφηση θηλυκό

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]