... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θερμοπερατότητα οι θερμοπερατότητες
      γενική της θερμοπερατότητας των θερμοπερατοτήτων
    αιτιατική τη θερμοπερατότητα τις θερμοπερατότητες
     κλητική θερμοπερατότητα θερμοπερατότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

θερμοπερατότητα < θερμοπερατ(ός) + -ότητα

Προφορά

ΔΦΑ : /θeɾ.mo.pe.ɾaˈto.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θερμοπερατότητα

Ουσιαστικό

θερμοπερατότητα θηλυκό

Μεταφράσεις

Πηγές

  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  • θερμοπερατότητα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)




  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]