... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καλοζωίστρια οι καλοζωίστριες
      γενική της καλοζωίστριας των καλοζωιστριών
    αιτιατική την καλοζωίστρια τις καλοζωίστριες
     κλητική καλοζωίστρια καλοζωίστριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

καλοζωίστρια < καλοζωιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Ουσιαστικό

καλοζωίστρια θηλυκό

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]