... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κοστολογικός η κοστολογική το κοστολογικό
      γενική του κοστολογικού της κοστολογικής του κοστολογικού
    αιτιατική τον κοστολογικό την κοστολογική το κοστολογικό
     κλητική κοστολογικέ κοστολογική κοστολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κοστολογικοί οι κοστολογικές τα κοστολογικά
      γενική των κοστολογικών των κοστολογικών των κοστολογικών
    αιτιατική τους κοστολογικούς τις κοστολογικές τα κοστολογικά
     κλητική κοστολογικοί κοστολογικές κοστολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

κοστολογικός < κοστολόγιο + -ικός

Επίθετο

κοστολογικός

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]