... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κραδασμικός η κραδασμική το κραδασμικό
      γενική του κραδασμικού της κραδασμικής του κραδασμικού
    αιτιατική τον κραδασμικό την κραδασμική το κραδασμικό
     κλητική κραδασμικέ κραδασμική κραδασμικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κραδασμικοί οι κραδασμικές τα κραδασμικά
      γενική των κραδασμικών των κραδασμικών των κραδασμικών
    αιτιατική τους κραδασμικούς τις κραδασμικές τα κραδασμικά
     κλητική κραδασμικοί κραδασμικές κραδασμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

κραδασμικός < κραδασμός + -τικός < ελληνιστική κοινή κραδασμός < αρχαία ελληνική κραδαίνω

Επίθετο

κραδασμικός

Άλλες μορφές

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]