... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μονοζωνικός η μονοζωνική το μονοζωνικό
      γενική του μονοζωνικού της μονοζωνικής του μονοζωνικού
    αιτιατική τον μονοζωνικό τη μονοζωνική το μονοζωνικό
     κλητική μονοζωνικέ μονοζωνική μονοζωνικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μονοζωνικοί οι μονοζωνικές τα μονοζωνικά
      γενική των μονοζωνικών των μονοζωνικών των μονοζωνικών
    αιτιατική τους μονοζωνικούς τις μονοζωνικές τα μονοζωνικά
     κλητική μονοζωνικοί μονοζωνικές μονοζωνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

μονοζωνικός < μονο- + ζωνικός

Προφορά

ΔΦΑ : /mo.no.zo.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μονοζωνικός

Επίθετο

μονοζωνικός, -ή, -ό

Αντώνυμα

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]