... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μονοθελητικός η μονοθελητική το μονοθελητικό
      γενική του μονοθελητικού της μονοθελητικής του μονοθελητικού
    αιτιατική τον μονοθελητικό τη μονοθελητική το μονοθελητικό
     κλητική μονοθελητικέ μονοθελητική μονοθελητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μονοθελητικοί οι μονοθελητικές τα μονοθελητικά
      γενική των μονοθελητικών των μονοθελητικών των μονοθελητικών
    αιτιατική τους μονοθελητικούς τις μονοθελητικές τα μονοθελητικά
     κλητική μονοθελητικοί μονοθελητικές μονοθελητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

μονοθελητικός < μονοθελήτ(ης) + -ικός (η λέξη μαρτυρείται από το 1873)[1]

Προφορά

ΔΦΑ : /mo.no.θe.li.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μονοθελητικός

Επίθετο

μονοθελητικός, -ή, -ό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)




  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]