... ...
 

Ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παϊσιακός η παϊσιακή το παϊσιακό
      γενική του παϊσιακού της παϊσιακής του παϊσιακού
    αιτιατική τον παϊσιακό την παϊσιακή το παϊσιακό
     κλητική παϊσιακέ παϊσιακή παϊσιακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παϊσιακοί οι παϊσιακές τα παϊσιακά
      γενική των παϊσιακών των παϊσιακών των παϊσιακών
    αιτιατική τους παϊσιακούς τις παϊσιακές τα παϊσιακά
     κλητική παϊσιακοί παϊσιακές παϊσιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

παϊσιακός < Παΐσιος + -ακός

Επίθετο

παϊσιακός

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις





  Go to top  

This article is issued from web site Wiktionary. The original article may be a bit shortened or modified. Some links may have been modified. The text is licensed under "Creative Commons - Attribution - Sharealike" [1] and some of the text can also be licensed under the terms of the "GNU Free Documentation License" [2]. Additional terms may apply for the media files. By using this site, you agree to our Legal pages [3] [4] [5] [6] [7]. Web links: [1] [2]